ΜΟΤΟ


ΜΟΤΟ

ΜΟΤΟ... — первая составная часть сложных слов, соответствующая по значению следующим словам: 1) моторный, напр. мотовагон, мотодрезина; 2) моторизованный, напр. мотоколонна; 3) мотоциклетный, напр. мотодром, мотоспорт.


Большая политехническая энциклопедия. - М.: Мир и образование. . 2011.

Смотреть что такое "ΜΟΤΟ" в других словарях:

  • μότο — (I) μουσ. όρος που σημαίνει «με κίνηση» συνδυάζεται συνήθως με όρους τής ρυθμικής αγωγής και προτείνει μια περισσότερο γοργή κίνηση. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. moto < ιταλ. moto < λατ. motus «κίνηση» < movēre… …   Dictionary of Greek

  • μότο — το άκλ. (λ. ιταλ.), γνωμικό που μπαίνει σαν υπότιτλος στην αρχή κάποιου κειμένου ή στην πρώτη σελίδα βιβλίου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • έμμοτος — ἔμμοτος, ον (AM) αυτός που γίνεται με μοτό*, ξαντό μαλλί αρχ. 1. (για πληγή) αυτός που θεραπεύεται με μοτό 2. το αρσ. ως ουσ. ό ἔμμοτος αλοιφή ή έμπλαστρο …   Dictionary of Greek

  • μοτοσικλέτα — Οδικό όχημα με κινητήρα και δύο (ή σπανιότερα τρεις) τροχούς, για μεταφορά προσώπων ή και εμπορευμάτων. Όπως το αυτοκίνητο προήλθε από τις άμαξες, στις οποίες τοποθετήθηκαν κινητήρες ατμού ή εσωτερικής καύσης, έτσι και οι πρώτες μ. γεννήθηκαν από …   Dictionary of Greek

  • μοτοφυλάκιον — μοτοφυλάκιον, τὸ (ΑΜ) [μοτοφύλαξ] επίδεσμος ο οποίος χρησιμεύει για να διατηρεί τον μοτό στη θέση του μσν. «μοτοφυλάκιον φάρμακον» φάρμακο που μοιάζει με έμπλαστρο και εφαρμόζεται με επίδεσμο (Παύλ. Αιγ.) …   Dictionary of Greek

  • μοτώ — (I) μοτῶ, όω (Α) [μοτός] θέτω μοτό πάνω σε τραύμα. (II) μοτώ, ἡ (Α) είδος κινναμώμου. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για δάνεια λ. άγνωστης ετυμολ.] …   Dictionary of Greek

  • περιμοτώ — όω, Α σκεπάζω πληγή με μοτό, τοποθετώ ξαντό πάνω στην πληγή. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + μοτῶ (< μοτός «νήματα λινού υφάσματος»)] …   Dictionary of Greek

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • Παγκανίνι Νικολό — (Paganini, 1782 – 1840). Ιταλός βιολιστής και συνθέτης. Δάσκαλοί του υπήρξαν, ο πατέρας του (ερασιτέχνης μουσικός) και ταπεινοί Γενοβέζοι βιολιστές. Έδωσε τις πρώτες του συναυλίες στη Γένοβα και στη Φλωρεντία και ύστερα πήγε στην Πάρμα, όπου… …   Dictionary of Greek

  • Πλαντέν, Κριστόφ — (Plantin, Σεντ Αβερτέν, Τουρ 1520 – Αμβέρσα 1589). Φλαμανδός τυπογράφος γαλλικής καταγωγής. Άρχισε τη σταδιοδρομία του ως βιβλιοδέτης και συνέχισε τη δραστηριότητά του αυτή και μετά την άφιξή του στην Αμβέρσα, το 1549. Από το 1555, οπότε άρχισε… …   Dictionary of Greek